Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2019 15:40

Το Νταχτήρι

Ο Φρατζέσκος έσπρωξε με το 'να του χέρι τη χοντρή πόρτα και βγήκε στο διάδρομο. Στο άλλο του χέρι κράταγε το μπουζούκι, περασμένο και στον ώμο του σα ραβδί. Είχε χουφτιάσει το καράουλο μην του φύγει τ' όργανο από πάνω του και έσερνε τα βήματα του προς τη τετράγωνη πινακίδα που έγραφε «Έξοδος». Στο κεφάλι του γύριζαν σκέψεις σαν την αγέλη τα αγριόσκυλα που είδε τις προάλλες σε μια αλάνα στο Γκαζοχώρι. Αυτός, μια ζωή βήμα και τραγούδι στα σοκάκια, στους χωματόδρομους, στα καπηλειά, στους τεκέδες, πάντα περπατητός και καλαηδιστός, πάντα μόνος του, ένας περιπλανώμενος, τι τα θέλει τώρα;; Τι θέλει; Να μπει λέει, να γράψει στο κερί τα τραγούδια του. Ποια τραγούδια του δηλαδή; Σάμπως τά’χε βάλει καμιά σφραγίδα; Απ’ τις αλάνες τα μάζεψε, όπως το μπουζούκι μάζεψε αυτόν. Δεν του ‘φτανε, σκεφτόταν, που μπορούσε να τα παίζει αυτός, με τα χέρια του, όσο ζει κι αντέχει; Πρέπει δηλαδή, να τα παίζει ο δίσκος αντί για αυτον; Τα σκεφτόταν και του 'ρχόταν να γυρίσει πίσω και να τη σπάσει την πλάκα, να την κάνει κομμάτια τώρα! Αμ το άλλο; Άκουγε κάτι παλιούς που λέγανε ότι το μηχάνημα αυτό είναι του διαόλου, κι όταν γράφει τη φωνή σου, τη ρουφάει το χωνί και μετά πάπαλα! Ούτε τραγούδι ούτε κιχ! Το μάτι του γύρισε τελείως, όταν ο Στελλάκης μπούκαρε κονιόρδος στην αίθουσα λες κι ήταν δικιά του, άραξε μπέικα στην καρέκλα κι αναφώνησε «Ωπ, άλα» μες τη μέση του γραψίματος. Έξαλλος ο Φρατζέσκος. Στο δικό του κομμάτι; Χωρίς να τον ρωτήσει; Κι όμως το μούγκωσε και δε μίλησε. Λέξη δεν είπε. Κλείστηκε στο μπουζουκάκι του «ντα ντι τι τι ντα ντρα, τι ρι ντα τι ρι ντα ντι ντα ντρα, ντι ρι ντι τι ντρα» κι έπαιζε και τραγουδούσε φτύνοντας ό,τι υπολείμματα φωνής του χανε μείνει. Να μην τον ακούει. Ούτε αυτόν ούτε τα αγριόσκυλα ούτε κανέναν.

Διαβάστηκε 239 φορές
Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Το Μπουφάν Βραχιολάκια »