Πέμπτη, 03 Ιανουαρίου 2019 15:34

Το Μπουφάν

Το μπουφάν ζαρωσε και κατέβασε τα κορδόνια του λυπημένο. Στράφηκε στο ξύλινο γέρικο κρεμαστάρι που ήταν η μόνη του παρέα μέσα στο σπίτι κι άρχισαν να τρέχουν δάκρυα από τις τρύπες που θηλυκώνουν τα κουμπιά του λαιμού. Υπήρχαν κι αλλά μπουφάν κρεμασμένα δίπλα του, αλλά δε μιλαγάνε σχεδόν ποτέ, υπήρχε μεγάλη ζήλια κι ανταγωνισμός μεταξύ τους. Κι όχι αδίκως. Σχεδον κάθε μερα, περιμενε αυτή την ώρα, που ο κύριος του θα στέκονταν μπροστά στην κρεμάστρα, και θα χάζευε με ένα μηχανικό τρόπο όλα τα μπουφάν σαν να ‘ναι μπροστά σε βιτρίνα. Θα κατέληγε να διαλέξει σχεδον πάντα αυτό, και με μια αποφασιστική κίνηση ρουτίνας θα το ξεκρεμούσε και θα το έπαιρνε στην αγκαλιά του, απιθώνοντάς το στο δεξί του χέρι. Ύστερα, θα άνοιγε την εξώπορτα και θα χανόταν στη νύχτα μαζί του. Τις ώρες που έλειπαν, τα μπουφάν που έμεναν πισω κρεμασμένα κουτσομπόλευαν και συνομωτούσαν: «να δείτε που βγαίνουν και πηγαίνουν σε μέρη που η κυρία δεν ξέρει!» «Εγώ ξερω πού πάνε!» «Κι εγώ! Πάνε κι ακούνε μουσική!» Κι όντως. Κάθε βράδυ ο κύριος, έπαιρνε το μπουφάν κι επισκέπτονταν διάφορα μαγαζιά. Ο κύριος καθόταν σε μια καρέκλα, παράγγελνε στο γκαρσόνι και παραχωρούσε την άλλη στο αγαπημένο του μπουφάν. Τα μαγαζιά πάντα είχαν μουσικά σχήματα που ο κύριος παρακολουθούσε καιρό. Το μπουφάν καθόταν όλο το βράδυ στη ζεστασιά και ταξίδευε με τη μουσική σε τόπους μαγικούς. Αναλογιζόταν εκεί πόσο υπέροχη είναι η ζωή του, ποσο ήσυχη η δουλειά του, κοντά στον μουσικόφιλο αφέντη του, ενώ η βασιλεία του στην κρεμάστρα και στα αλλά πανωφόρια φάνταζε αιώνια. Σήμερα λοιπόν για πρώτη φορά έμεινε κρεμασμένο στο έλεος των συναδέλφων του. Ο κύριος στάθηκε μπροστά στο κρεμαστάρι ήδη ντυμένος με ένα χοντρό καφετί παλτό που μύριζε ακόμα λεβάντα, φόρεσε τα γάντια του και άνοιξε την πόρτα. Δεν του ‘ριξε ούτε μια ματιά. Σαν να μην ήταν παρέα σε όλες τις εξόδους του, σα να μην είχαν όλο αυτό το παρελθόν, σχεδόν σαν ποτέ να μην υπήρξε.

Διαβάστηκε 321 φορές
Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Ο κύριος Κρίτων Κριτικός Το Νταχτήρι »